Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από την ακλόνητη πίστη σε αυτό που τους δείχνουν τα μάτια τους και είναι ιδιαίτερα επηρρεπείς σε αυτά. Η όραση αποτελεί αναμφίβολα τον “βασιλιά” των αισθήσεων και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της νοητικής επεξεργασίας σε σχέση με τις άλλες. Έτσι, έχουμε καταλήξει να δεχόμαστε ως “Πραγματικότητα” αυτό που μας δείχνουν τα μάτια μας όταν τα κρατάμε ανοικτά.
Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό που βλέπεις.
Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το «χωριό» στο οποίο ζεις.
Όσα ζεις και όσα βλέπεις είναι η «αλήθεια». Όλα τα άλλα είναι ψέματα.
Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό που βλέπεις.
Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το «χωριό» στο οποίο ζεις.
Όσα ζεις και όσα βλέπεις είναι η «αλήθεια». Όλα τα άλλα είναι ψέματα.
Όσοι ψάχνουν για κάτι παραπάνω, είναι παρανοϊκοί και μανιακοί.
Είναι όμως έτσι;
Έχουμε δίκιο να εμπιστεύομαστε τυφλά αυτό που βλέπουμε μπροστά μας;! Και αν τελικά δεν μπορούμε να στηριχθούμε ούτε σε αυτό που ορθώνεται ακλόνητο μπροστά μας, τότε σε τί πρέπει να πιστεύουμε;
Ο σκεπτικισμός πάνω στο ζήτημα της γνώσης του κόσμου είναι πολύ παλαιό φαινόμενο. Η σύγχρονη επιστήμη, μελετώντας την δομή και την λειτουργία του εγκεφάλου, θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη της ως εξής : Οτιδήποτε βλέπουμε βρίσκεται αρχικά μέσα στον εγκέφαλό μας, δεν προέρχεται απ’ έξω. ‘Όχι μόνο το σχήμα αλλά επίσης και τα άτομα, τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνα, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια είναι εικόνες της πραγματικότητας στον εγκέφαλό μας και έχουμε μόνο την εντύπωση ότι όλα αυτά τα πράγματα βρίσκονται απέξω. Αυτό το νέο μοντέλο επιστήμης λέει ότι αυτό που συμβαίνει μέσα μας, θα δημιουργήσει αυτό που συμβαίνει έξω από εμάς.
«Έχουμε “συσκευές” στον εγκέφαλο οι οποίες σε σύγκριση με μια οθόνη τηλεόρασης παράγουν εικόνες στην συνείδησή μας από τις διεγέρσεις του νεύρου προερχόμενες από τον αμφλιστροειδή χιτώνα. Όλες οι παρατηρήσεις ‘‘προβάλλονται’’ από τις αισθήσεις μας εξωτερικά στον χώρο. Έτσι βλέπουμε ‘‘πραγματικά’’ αντικείμενα εμπρός μας και γύρω μας».
«Ο διακεκριμένος κυβερνιστής Heinz Forster ισχυρίζεται ότι το ανθρώπινο μυαλό δεν αντιλαμβάνεται τι είναι ‘‘εκεί έξω’’, αλλά τι πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι εκεί. Είμαστε σε θέση να δούμε, επειδή οι αμφλιστροειδείς χιτώνες μας απορροφούν το φως από το εξωτερικό κόσμο και μεταβιβάζουν τα σήματα στον εγκέφαλο. Το ίδιο ισχύει και για τους αισθητήριους υποδοχείς. Οπωσδήποτε οι αμφλιστροειδείς χιτώνες μας δεν βλέπουν χρώμα. Είναι τυφλοί στην ποιότητα της διέγερσής τους και ανταποκρίνονται μόνο στην ποσότητα της διέγερσής τους. Ισχυρίζεται ότι, αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως έκπληξη επειδή όντως ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει φως και χρώμα, υπάρχουν μόνο ηλεκτρομαγνητικά κύματα, ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει ήχος και μουσική, υπάρχουν μόνο περιοδικές μεταβολές της πίεσης του αέρα, ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει ζέστη και κρύο, υπάρχουν μόνο κινούμενα μόρια με λιγότερη ή περισσότερη μέση κινητική ενέργεια κτλ. Τελικά είναι σίγουρο ότι εκεί έξω δεν υπάρχει πόνος.»
Η στρατηγική της φύσης της διέγερσης, συνεχίζουν οι επιστήμονες πάνω σε αυτήν την άποψη, είναι να παίρνει όσο το δυνατό λιγότερες πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο. Η εξωτερική πραγματικότητα δεν προσδιορίζεται από τις έννοιες ‘‘αληθής’’ και ‘‘μη-αληθής’’, αλλά από τις εκφράσεις ‘‘ευνοϊκό απέναντι στην ζωή’’ και ‘‘εχθρικό απέναντι στην ζωή’’. Σχετικά με αυτό το σημείο, ο Hoimar αναφέρει : «Στην συσκευή αντίληψης μας, την οποία χρειαζόμαστε σαν ζώντες οργανισμοί στο στάδιο της εξέλιξης μας, είναι προσιτές μόνο οι ιδιότητες του εξωτερικού κόσμου.
Επίσης το μυαλό μας έχει εξελιχθεί όχι σαν όργανο ικανό να καταλάβει τον κόσμο αλλά σαν ένα όργανο ικανό να επιζήσει». Η πιθανότητα ύπαρξης μιας πλάνης πρέπει να απομακρυνθεί όσο γίνεται πιο μακριά, να μην υπάρχουν αμφιβολίες που να αφορούν την συγκεκριμένη κατάσταση του περιβάλλοντος. Γι’ αυτό το σκοπό, η εικόνα της πραγματικότητας που σχεδιάστηκε από τα άτομα πρέπει να είναι σωστή, αλλά για λόγους οικονομίας να περιέχει μόνο τις πληροφορίες που είναι απολύτως απαραίτητες για την επιβίωση.
«Πώς θα μπορούσε να συμβεί μια ακριβής μεταφορά από την πραγματικότητα στον εγκέφαλο; Αν το ανθρώπινο σώμα θέλει να αντιγράψει -κάνοντας χρήση της βιολογικής συσκευής ανίχνευσης- την εξωτερική πραγματικότητα πρέπει αναγκαστικά να βιώσει την πραγματικότητα αυτή. Αλλά πώς μπορεί η πληροφορία για τον χώρο και τον χρόνο να διεισδύσει στον εγκέφαλο; Δεν μπορεί γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή. Με άλλα λόγια, από την άποψη αυτή ο χώρος και ο χρόνος είναι εσωτερικά στοιχεία, δηλαδή ο χώρος και ο χρόνος είναι αποκλειστικά στοιχεία της εικόνας και δεν έχει νόημα να υποθέτουμε πως είναι στοιχεία της εξωτερικής πραγματικότητας. Το γεγονός είναι ότι οι χωρικές συντεταγμένες και ο χρόνος είναι στοιχεία ενός φανταστικού δικτύου το οποίο ο παρατηρητής τοποθετεί διανοητικά επάνω από την εικόνα που βρίσκεται εμπρός του».
Κι αν ακόμη για τα υλικά αντικείμενα που παρατηρούμε γύρω μας, που αποτελούν το περιβάλλον μας, έχουμε σχηματίσει μια, κατά το δυνατόν, ακριβή εικόνα, λόγω της συνεχούς αλληλεπίδρασης μαζί τους, για τον χώρο, την γεωμετρία του κόσμου μας, και τον χρόνο πώς σχηματίστηκαν οι αντίστοιχες αντιλήψεις ; Με ποιόν τρόπο μπόρεσε ο χώρος και ο χρόνος να βιωθεί από την βιολογική μηχανή ανίχνευσης ; Μήπως δεν βιώθηκε ; Μήπως δεν ήρθε απ’ έξω; Αλλά εφευρέθηκε εξ’ ολοκλήρου από τον νου, σα ένα κατάλληλο σχέδιο, ένας ταιριαστός καμβάς για να τοποθετηθούν τα άλλα δεδομένα; Κι αν είναι έτσι, τότε ποιος είναι ο πραγματικός χώρος και ο πραγματικός χρόνος ; Με ποιόν τρόπο υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε απόλυτη, βασική πραγματικότητα και από την οποία εκπορεύονται τα πάντα;
Ο σκεπτικισμός πάνω στο ζήτημα της γνώσης του κόσμου είναι πολύ παλαιό φαινόμενο. Ξεκινάει -από πού αλλού ;- από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι, μέσα στην φούρια τους να μάθουν τα πάντα και ν’ αποκτήσουν γνώση, διερωτήθηκαν και για την ίδια την φύση της γνώσης. Πώς γνωρίζουμε κάτι ; Με ποιόν τρόπο αποκτιέται η γνώση ; Και, είναι ποτέ δυνατόν να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε πραγματικά;
Δεν υπάρχει η αλήθεια ενός συγκεκριμένου πράγματος, αλλά μόνο η σχέση μεταξύ δύο παραγόντων που καθιστά το συγκεκριμένο πράγμα υπαρκτό. Γνωρίζω κάτι ανάλογα με το πως σχετίζομαι με αυτό. Η αλήθεια ενός αντικειμένου είναι η ίδια λειτουργία πρόσληψης του αντικειμένου αυτού. Αν το γνωρίσουμε καλά αυτό, αν το συνειδητοποιήσουμε βαθιά, θα δούμε πως είναι πολύ δύσκολο να το ξεχάσουμε, αφού η λειτουργία πρόσληψης συμβαίνει κάθε στιγμή. Έτσι, ο μόνος τρόπος για να βρεθεί κανείς μακριά από την αλήθεια είναι πραγματικά να ξεχαστεί, να ξεχάσει δηλαδή πως η αλήθεια (α – λήθη) είναι η δική του λειτουργία πρόσληψης της αλήθειας. Έτσι είναι σα να σχετικοποιούνται τα πάντα και η αλήθεια να βρίσκεται μόνο σε αυτήν την διαδραστική σχέση. Ή, όπως θα έλεγε και ο Ηράκλειτος, τα πάντα ρει, δεν υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο, αλλά μόνο η ροή. Πίσω από κάθε πράγμα βρίσκεται αυτή η συνεχής ροή των πραγμάτων.
Κατά συνέπεια, έχουμε υποχρέωση να βάζουμε συνεχώς την φαντασία μας να βλέπει πίσω από τα αξιώματα, να υποψιάζεται την πιο απίστευτη πιθανότητα, να αμφιβάλλει για τα πάντα.
Την αμφιβολία την ακολουθεί πάντα μια νέα κατανόηση. Και την νέα κατανόηση ακολουθεί πάντα μια πιο ευρεία άποψη για την πραγματικότητα…
Αν το ερευνήσουμε γνωσιολογικά, θα διαπιστώσουμε ότι όλες οι «γνώσεις» που έχουμε είναι ερμηνείες. Απλώς, άλλες ερμηνείες μπορούν να απαντήσουν στο 99% των ερωτήσεων σχετικά με τα φαινόμενα γύρω μας, άλλες μόνο στο 1%. Και «Επιστήμη» θα έπρεπε να ονομάζουμε τη συλλογή των ερμηνειών που …πετυχαίνουν καλύτερο σκορ.
Αυτό όμως δεν το γνωρίζουν κάποιοι, και θεωρούν ότι «Επιστήμη» είναι ένα γνωσιολογικό σύστημα το οποίο βασίζεται μόνο σε συγκεκριμένα αξιώματα (π.χ. μηχανιστική λειτουργία του σύμπαντος, απόλυτος ντετερμινισμός, ανυπαρξία αλληλεπίδρασης αντίληψης-πραγματικότητας).
Και μετά ξέρετε τι συμβαίνει;
Αντί να διαμορφώνουν τις ερμηνείες τους ανάλογα με τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω τους, αρχίζουν να διαμορφώνουν αυτό που αντιλαμβάνονται ανάλογα με τις ερμηνείες τους!
Δηλαδή, θεωρούν πιο αληθινό αυτό που ταιριάζει με τις ερμηνείες τους, από αυτό που συμβαίνει!
Είναι σημαντικό λοιπόν να γνωρίζουμε ότι κάθε ερμηνεία είναι απλώς μια περιγραφή, ένας διανοητικός χάρτης που μας «αναπαριστά» την πραγματικότητα, αλλά ΔΕΝ είναι η ίδια η πραγματικότητα.
Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι «ο χάρτης δεν είναι η τοποθεσία», ότι δηλαδή η ερμηνευτική προσπάθεια είναι μόνο μια προσέγγιση της πραγματικότητας, όχι η πραγματικότητα η ίδια…
Κάποιοι ψυχολόγοι ονομάζουν κάθε ερμηνεία που δίνεται ως «reality tunnel» (λογοπαίγνιο που σημαίνει περίπου «περιορισμένη αντίληψη της πραγματικότητας»).
Έτσι, κάθε φορά που παγιδεύουμε τον εαυτό μας σε μια απόλυτη εξήγηση, σε μια μόνο ερμηνεία, ζούμε σε ένα ‘‘τούνελ’’, σε έναν παράλληλο κόσμο, μακριά από την πραγματικότητα…
Πιστεύω πως δεν είμαστε τυχαία ριγμένοι σε αυτό το μικρό χωμάτινο αλώνι, καταδικασμένοι από την ίδια την φύση που μας γέννησε, αλλά είμαστε μικροί θεοί, ικανοί να κατασκεύασουμε ένα κόσμο ολόκληρο, δικό μας... Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως το σύμπαν δεν δημιουργήθηκε τελεσίδικα μία φορά, αλλά εμείς το δημιουργούμε συνεχώς, ΤΩΡΑ...
Είναι όμως έτσι;
Έχουμε δίκιο να εμπιστεύομαστε τυφλά αυτό που βλέπουμε μπροστά μας;! Και αν τελικά δεν μπορούμε να στηριχθούμε ούτε σε αυτό που ορθώνεται ακλόνητο μπροστά μας, τότε σε τί πρέπει να πιστεύουμε;
Ο σκεπτικισμός πάνω στο ζήτημα της γνώσης του κόσμου είναι πολύ παλαιό φαινόμενο. Η σύγχρονη επιστήμη, μελετώντας την δομή και την λειτουργία του εγκεφάλου, θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη της ως εξής : Οτιδήποτε βλέπουμε βρίσκεται αρχικά μέσα στον εγκέφαλό μας, δεν προέρχεται απ’ έξω. ‘Όχι μόνο το σχήμα αλλά επίσης και τα άτομα, τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνα, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια είναι εικόνες της πραγματικότητας στον εγκέφαλό μας και έχουμε μόνο την εντύπωση ότι όλα αυτά τα πράγματα βρίσκονται απέξω. Αυτό το νέο μοντέλο επιστήμης λέει ότι αυτό που συμβαίνει μέσα μας, θα δημιουργήσει αυτό που συμβαίνει έξω από εμάς.
«Έχουμε “συσκευές” στον εγκέφαλο οι οποίες σε σύγκριση με μια οθόνη τηλεόρασης παράγουν εικόνες στην συνείδησή μας από τις διεγέρσεις του νεύρου προερχόμενες από τον αμφλιστροειδή χιτώνα. Όλες οι παρατηρήσεις ‘‘προβάλλονται’’ από τις αισθήσεις μας εξωτερικά στον χώρο. Έτσι βλέπουμε ‘‘πραγματικά’’ αντικείμενα εμπρός μας και γύρω μας».
«Ο διακεκριμένος κυβερνιστής Heinz Forster ισχυρίζεται ότι το ανθρώπινο μυαλό δεν αντιλαμβάνεται τι είναι ‘‘εκεί έξω’’, αλλά τι πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι εκεί. Είμαστε σε θέση να δούμε, επειδή οι αμφλιστροειδείς χιτώνες μας απορροφούν το φως από το εξωτερικό κόσμο και μεταβιβάζουν τα σήματα στον εγκέφαλο. Το ίδιο ισχύει και για τους αισθητήριους υποδοχείς. Οπωσδήποτε οι αμφλιστροειδείς χιτώνες μας δεν βλέπουν χρώμα. Είναι τυφλοί στην ποιότητα της διέγερσής τους και ανταποκρίνονται μόνο στην ποσότητα της διέγερσής τους. Ισχυρίζεται ότι, αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως έκπληξη επειδή όντως ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει φως και χρώμα, υπάρχουν μόνο ηλεκτρομαγνητικά κύματα, ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει ήχος και μουσική, υπάρχουν μόνο περιοδικές μεταβολές της πίεσης του αέρα, ‘‘εκεί έξω’’ δεν υπάρχει ζέστη και κρύο, υπάρχουν μόνο κινούμενα μόρια με λιγότερη ή περισσότερη μέση κινητική ενέργεια κτλ. Τελικά είναι σίγουρο ότι εκεί έξω δεν υπάρχει πόνος.»
Η στρατηγική της φύσης της διέγερσης, συνεχίζουν οι επιστήμονες πάνω σε αυτήν την άποψη, είναι να παίρνει όσο το δυνατό λιγότερες πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο. Η εξωτερική πραγματικότητα δεν προσδιορίζεται από τις έννοιες ‘‘αληθής’’ και ‘‘μη-αληθής’’, αλλά από τις εκφράσεις ‘‘ευνοϊκό απέναντι στην ζωή’’ και ‘‘εχθρικό απέναντι στην ζωή’’. Σχετικά με αυτό το σημείο, ο Hoimar αναφέρει : «Στην συσκευή αντίληψης μας, την οποία χρειαζόμαστε σαν ζώντες οργανισμοί στο στάδιο της εξέλιξης μας, είναι προσιτές μόνο οι ιδιότητες του εξωτερικού κόσμου.
Επίσης το μυαλό μας έχει εξελιχθεί όχι σαν όργανο ικανό να καταλάβει τον κόσμο αλλά σαν ένα όργανο ικανό να επιζήσει». Η πιθανότητα ύπαρξης μιας πλάνης πρέπει να απομακρυνθεί όσο γίνεται πιο μακριά, να μην υπάρχουν αμφιβολίες που να αφορούν την συγκεκριμένη κατάσταση του περιβάλλοντος. Γι’ αυτό το σκοπό, η εικόνα της πραγματικότητας που σχεδιάστηκε από τα άτομα πρέπει να είναι σωστή, αλλά για λόγους οικονομίας να περιέχει μόνο τις πληροφορίες που είναι απολύτως απαραίτητες για την επιβίωση.
«Πώς θα μπορούσε να συμβεί μια ακριβής μεταφορά από την πραγματικότητα στον εγκέφαλο; Αν το ανθρώπινο σώμα θέλει να αντιγράψει -κάνοντας χρήση της βιολογικής συσκευής ανίχνευσης- την εξωτερική πραγματικότητα πρέπει αναγκαστικά να βιώσει την πραγματικότητα αυτή. Αλλά πώς μπορεί η πληροφορία για τον χώρο και τον χρόνο να διεισδύσει στον εγκέφαλο; Δεν μπορεί γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή. Με άλλα λόγια, από την άποψη αυτή ο χώρος και ο χρόνος είναι εσωτερικά στοιχεία, δηλαδή ο χώρος και ο χρόνος είναι αποκλειστικά στοιχεία της εικόνας και δεν έχει νόημα να υποθέτουμε πως είναι στοιχεία της εξωτερικής πραγματικότητας. Το γεγονός είναι ότι οι χωρικές συντεταγμένες και ο χρόνος είναι στοιχεία ενός φανταστικού δικτύου το οποίο ο παρατηρητής τοποθετεί διανοητικά επάνω από την εικόνα που βρίσκεται εμπρός του».
Κι αν ακόμη για τα υλικά αντικείμενα που παρατηρούμε γύρω μας, που αποτελούν το περιβάλλον μας, έχουμε σχηματίσει μια, κατά το δυνατόν, ακριβή εικόνα, λόγω της συνεχούς αλληλεπίδρασης μαζί τους, για τον χώρο, την γεωμετρία του κόσμου μας, και τον χρόνο πώς σχηματίστηκαν οι αντίστοιχες αντιλήψεις ; Με ποιόν τρόπο μπόρεσε ο χώρος και ο χρόνος να βιωθεί από την βιολογική μηχανή ανίχνευσης ; Μήπως δεν βιώθηκε ; Μήπως δεν ήρθε απ’ έξω; Αλλά εφευρέθηκε εξ’ ολοκλήρου από τον νου, σα ένα κατάλληλο σχέδιο, ένας ταιριαστός καμβάς για να τοποθετηθούν τα άλλα δεδομένα; Κι αν είναι έτσι, τότε ποιος είναι ο πραγματικός χώρος και ο πραγματικός χρόνος ; Με ποιόν τρόπο υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε απόλυτη, βασική πραγματικότητα και από την οποία εκπορεύονται τα πάντα;
Ο σκεπτικισμός πάνω στο ζήτημα της γνώσης του κόσμου είναι πολύ παλαιό φαινόμενο. Ξεκινάει -από πού αλλού ;- από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι, μέσα στην φούρια τους να μάθουν τα πάντα και ν’ αποκτήσουν γνώση, διερωτήθηκαν και για την ίδια την φύση της γνώσης. Πώς γνωρίζουμε κάτι ; Με ποιόν τρόπο αποκτιέται η γνώση ; Και, είναι ποτέ δυνατόν να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε πραγματικά;
Δεν υπάρχει η αλήθεια ενός συγκεκριμένου πράγματος, αλλά μόνο η σχέση μεταξύ δύο παραγόντων που καθιστά το συγκεκριμένο πράγμα υπαρκτό. Γνωρίζω κάτι ανάλογα με το πως σχετίζομαι με αυτό. Η αλήθεια ενός αντικειμένου είναι η ίδια λειτουργία πρόσληψης του αντικειμένου αυτού. Αν το γνωρίσουμε καλά αυτό, αν το συνειδητοποιήσουμε βαθιά, θα δούμε πως είναι πολύ δύσκολο να το ξεχάσουμε, αφού η λειτουργία πρόσληψης συμβαίνει κάθε στιγμή. Έτσι, ο μόνος τρόπος για να βρεθεί κανείς μακριά από την αλήθεια είναι πραγματικά να ξεχαστεί, να ξεχάσει δηλαδή πως η αλήθεια (α – λήθη) είναι η δική του λειτουργία πρόσληψης της αλήθειας. Έτσι είναι σα να σχετικοποιούνται τα πάντα και η αλήθεια να βρίσκεται μόνο σε αυτήν την διαδραστική σχέση. Ή, όπως θα έλεγε και ο Ηράκλειτος, τα πάντα ρει, δεν υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο, αλλά μόνο η ροή. Πίσω από κάθε πράγμα βρίσκεται αυτή η συνεχής ροή των πραγμάτων.
Κατά συνέπεια, έχουμε υποχρέωση να βάζουμε συνεχώς την φαντασία μας να βλέπει πίσω από τα αξιώματα, να υποψιάζεται την πιο απίστευτη πιθανότητα, να αμφιβάλλει για τα πάντα.
Την αμφιβολία την ακολουθεί πάντα μια νέα κατανόηση. Και την νέα κατανόηση ακολουθεί πάντα μια πιο ευρεία άποψη για την πραγματικότητα…
Αν το ερευνήσουμε γνωσιολογικά, θα διαπιστώσουμε ότι όλες οι «γνώσεις» που έχουμε είναι ερμηνείες. Απλώς, άλλες ερμηνείες μπορούν να απαντήσουν στο 99% των ερωτήσεων σχετικά με τα φαινόμενα γύρω μας, άλλες μόνο στο 1%. Και «Επιστήμη» θα έπρεπε να ονομάζουμε τη συλλογή των ερμηνειών που …πετυχαίνουν καλύτερο σκορ.
Αυτό όμως δεν το γνωρίζουν κάποιοι, και θεωρούν ότι «Επιστήμη» είναι ένα γνωσιολογικό σύστημα το οποίο βασίζεται μόνο σε συγκεκριμένα αξιώματα (π.χ. μηχανιστική λειτουργία του σύμπαντος, απόλυτος ντετερμινισμός, ανυπαρξία αλληλεπίδρασης αντίληψης-πραγματικότητας).
Και μετά ξέρετε τι συμβαίνει;
Αντί να διαμορφώνουν τις ερμηνείες τους ανάλογα με τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω τους, αρχίζουν να διαμορφώνουν αυτό που αντιλαμβάνονται ανάλογα με τις ερμηνείες τους!
Δηλαδή, θεωρούν πιο αληθινό αυτό που ταιριάζει με τις ερμηνείες τους, από αυτό που συμβαίνει!
Είναι σημαντικό λοιπόν να γνωρίζουμε ότι κάθε ερμηνεία είναι απλώς μια περιγραφή, ένας διανοητικός χάρτης που μας «αναπαριστά» την πραγματικότητα, αλλά ΔΕΝ είναι η ίδια η πραγματικότητα.
Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι «ο χάρτης δεν είναι η τοποθεσία», ότι δηλαδή η ερμηνευτική προσπάθεια είναι μόνο μια προσέγγιση της πραγματικότητας, όχι η πραγματικότητα η ίδια…
Κάποιοι ψυχολόγοι ονομάζουν κάθε ερμηνεία που δίνεται ως «reality tunnel» (λογοπαίγνιο που σημαίνει περίπου «περιορισμένη αντίληψη της πραγματικότητας»).
Έτσι, κάθε φορά που παγιδεύουμε τον εαυτό μας σε μια απόλυτη εξήγηση, σε μια μόνο ερμηνεία, ζούμε σε ένα ‘‘τούνελ’’, σε έναν παράλληλο κόσμο, μακριά από την πραγματικότητα…
Πιστεύω πως δεν είμαστε τυχαία ριγμένοι σε αυτό το μικρό χωμάτινο αλώνι, καταδικασμένοι από την ίδια την φύση που μας γέννησε, αλλά είμαστε μικροί θεοί, ικανοί να κατασκεύασουμε ένα κόσμο ολόκληρο, δικό μας... Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως το σύμπαν δεν δημιουργήθηκε τελεσίδικα μία φορά, αλλά εμείς το δημιουργούμε συνεχώς, ΤΩΡΑ...
(όλα τα αποσπάσματα που χρησιμοποιούνται παραπάνω μέσα σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο του W. Schommers, ‘‘Χρόνος και Χώρος, Ύλη και Νους’’, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών)
Δημήτρης Αργασταράς
antidogma.gr
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου